Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

κάτι που μου ’ρθε για τον εγκλεισμό



Περνούσα πριν καιρό απ’ το πάρκο Τρίτση, και ήταν κόσμος πολύς μαζεμένος στις εκδηλώσεις του Θερσίτη. Προβολές, κουβέντες, συναυλίες, πηγαδάκια, εγκαταστάσεις με φωτογραφίες, κείμενα, έντυπα, αφίσες, και όλα αυτά τα όμορφα πράγματα που μπορεί να συναντήσει κάποιος όταν πλαισιώνει αυτοοργανωμένα εγχειρήματα. Όλα αυτά, και άλλα πολλά, που μέσα από συλλογικές διαδικασίες καταφέρνουν να απελευθερώνουν χωροχρόνους, να δημιουργούν ρήξεις. Και άλλες ρήξεις με το υπάρχον. Να δυναμώνουν τις συντροφικές σχέσεις και να ανοίγουν μονοπάτια που περιμένουν να περπατηθούν.. .
Κάτι ήθελα να πω όμως…
Α! Ναι το κουίζ!
Μια πολύ ωραία ιδέα που στήθηκε στον χώρο( που δεν θα περιγράψω ακριβώς, για να ζηλέψουν όσοι δεν ήρθαν) και ένα τυχερό χέρι που τράβηξε απ’ τη σακούλα το από εμένα συμπληρωμένο κουίζ, έκαναν επιτέλους να πέσει στα χέρια μου ο «Ρομπέρτο Τσούκκο» που τόσα χρόνια από αμέλεια δεν είχα διαβάσει.

Και να κάποια αποσπάσματα που τόσο όμορφα κατά την γνώμη μου συνηγορούν στο γκρέμισμα των φυλακών, στην επίθεση στις εικόνες και τα αυτονόητα που αυτές παράγουν, στην απομυθοποίηση και το ξεμπρόστιασμα της «ελευθερίας» που ευαγγελίζονται οι κάθε λογής ταγοί της «δημοκρατίας». Γιατί μάλλον ρε παιδιά φυλακισμένος είσαι τελικά όταν πείθεσαι πως είσαι ελεύθερος, και ελεύθερος όταν κατανοείς πως σκλάβος είσαι.

Ο Τσούκκο στον ήλιο.

«Από πάνω.
Δεν πρέπει να προσπαθείτε να διασχίσετε τους τοίχους, γιατί, πέρ’ απ’ τους τοίχους, υπάρχουν άλλοι τοίχοι, υπάρχει πάντα η φυλακή.
Να δραπετεύετε απ’ τις στέγες, προς τον ήλιο.
Δεν θα βάλουν ποτέ έναν τοίχο ανάμεσα στον ήλιο και τη γη.
Οι φύλακες δεν υπάρχουν.
Αρκεί να μην τους βλέπετε.
Έτσι κι αλλιώς θα μπορούσα να πιάσω πέντε μ’ ένα χέρι μόνο και να τους λιώσω μ’ ένα χτύπημα.
Όταν προχωρώ, ξεχύνομαι, δεν βλέπω τα εμπόδια, κι επειδή δεν τα ‘χω κοιτάξει, πέφτουν από μπρος μου μόνα τους.
Είμαι μοναχικός και δυνατός, ειμ’ ένας ρινόκερος…»

«Κοιτάξτε τον ήλιο. Δεν βλέπετε τίποτα; Δεν βλέπετε πως κινείται απ’ τη μια μεριά στην άλλη; Κοιτάξτε αυτό που βγαίνει απ’ τον ήλιο. Είναι το σεξουαλικό όργανο του ήλιου. Από κει έρχεται ο άνεμος. Κινήστε το κεφάλι: θα τον δείτε να κινείται μαζί σας. Αυτή είναι η πηγή των ανέμων. Στρέψτε το πρόσωπό σας στην ανατολή και θα μετακινηθεί κι αυτός. Κι αν στρέψετε το πρόσωπό σας στη δύση, θα σας ακολουθήσει.»



ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

αυτοί


Δεν θυμάσαι που το υποσχέθηκες;
Εκείνο το ταξίδι;
Που κλαίγαμε κάθε φορά που το σχεδιάζαμε.
Έκλαιγες σαν να γεννιόταν το ομορφότερο απ’ το ασχημότερο. Έκλαιγα ξέροντας πως είμαστε τόσο κοντά σ’ αυτό, όσο κοντά είμαστε στο αστέρι που το φως του ποτέ δεν θα δούμε.
Εμείς δεν θα δούμε.

Μα θα’ ρθει κάποτε το φως.
Σίγουρα.

Όταν δεν θα μπορεί τίποτα να τρέξει γρηγορότερα από ένα τσιτάχ που φοβάται για τη ζωή του. Όταν τίποτα δεν θα πετάει πιο ψηλά από το πουλί που δεν θέλει να το δουν. Όταν κάτω απ’ το νερό δεν θα αντέχει τίποτα πέρα από τα ψάρια. Όταν στις κοιλάδες δεν θα κάνουν παρέλαση στοιχισμένα ζαρζαβατικά. Όταν το τσιμέντο θα είναι η σπανιότερη ένωση των στοιχείων της φύσης. Όταν δεν θα ψάχνω να φάω σκίζοντας σακούλες. Όταν ξανακερδίσω το απέραντο του ορίζοντα.

Το υποσχέθηκες αυτό το φως.
Ας το διαδώσουμε λοιπόν.
Κι ας μην το ζήσουμε.
Ας τους προετοιμάσουμε γι’ αυτό το φως.
Να το αποδεχθούμε επιτέλους.
Πως δεν θα νικήσουμε.

Αυτοί θα νικήσουν!

Αυτοί που δεν τρέχουν γρηγορότερα απ’ το τσιτάχ. Που δεν πετάν πιο ψηλά απ’ τα πουλιά. Αυτοί που φοβούνται τις θάλασσες και τα ποτάμια μήπως και τους φαν τα ψάρια ή πνίγουν. Αυτοί που χαίρονται το ακαθόριστο της βλάστησης. Αυτοί που είδαν τα λαγούμια και τις φωλιές τους να καταπλακώνονται από τσιμέντο. Αυτοί που τρων από σακούλες σκουπιδιών.

Αυτοί θα νικήσουν.

Όχι εμείς.
Και χαίρομαι ακόμα γι’ αυτό όπως τότε που ήμασταν παιδιά και κάναμε όνειρα.
Αντίο μας λοιπόν.
Αυτός είναι ο τελευταίος αιώνας για το «είδος» μας.
Και τώρα που ανακουφισμένη και γαλήνια είμαι
σαν πολλούς αιώνες δεν υπάρχουμε;

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

παιχνίδι


Πόσα χρόνια έχω να περπατήσω στο δάσος?

Να παρακαλάω να μην σταματήσει η μπόρα γιατί δεν μούλιασα ακόμη?

Να πληγιάσω να γόνατά μου και να ανοίξω την μύτη μου?

Χώμα κάτω απ’ τα νύχια μου να’ χω?

Να κτίζω σπηλιές και να τρέχω στα χωράφια?

Να κυνηγώ σαύρες και να πιάνω βατράχια?

Να βρίσκομαι

Με αυτούς

Που πάντα

Λένε την αλήθεια

Με αυτούς που τα χάνουν

Και τα βρίσκουν την ίδια ακριβώς στιγμή

Να παίξω κρυφτό με τα παιδιά

Και όχι με τους ανθρώπους.

Πόσα χρόνια?

Πέντε

Δέκα

Δεκαπέντε.

Οι χιλιάδες μέρες ακινησίας με περικύκλωσαν.

Κι έχασα την επαφή με το δέντρο.

Όπου έδεσα την καρδιά μου και μεγάλωσα.

Κι έχασα την επαφή.

Τα δικά σου τώρα.

Πως τα πας?

αν είναι να γίνει,ας γίνει



καιρό τώρα σκεφτόμουν αν είναι σωστό να αναζητήσω κι εγώ διεξόδους έκφρασης διαδικτυακού τύπου...το στοίχημα τελικά μπήκε, και να' μαι...αντε τώρα να μάθουν οι φίλοι μου και η πλάση ολάκερη για το blog αυτό...θα βγάλω αυτοκόλλητα, θα κολλήσω αφίσες, θα βγώ για σπρέι...ή μήπως να ανεβάζω κουτσομπολίστηκα θέματα για να μπαίνει ο κόσμος...να πληρώσω μια διαφημηστική...να μην κάνω τίποτα...τεσπα...θα το αποφασισω με τον καιρό...προς το παρόν θα προσπαθήσω να ελαττώσω τα ορθογραφικά περνώντας τα πάντα από ορθογραφικό έλεγχο και βλέπουμε...ουφ